Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2018

Βροντάει το καριοφίλι


«Ένα γερό χτύπημα της χρειάζετε της Κλεισούρας. Να χαθεί από κει μέσα η σφηκοφωλιά. Να χωθούμε στη χαράδρα, να σκαρφαλώσουμε δεξιά αριστερά στα καταράχια, να κεφαλώσουμε το Καταφύγι και τα Φύλλα, να τα σαρώσουμε κι αυτά, να ανοίξουν τα περάσματα .Και τότε διασελώνουμε το βουνό, παίρνουμε παγάνα το πίσω μέρος, κουρσεύουμε το Μετόχι και κατεβαίνουμε ως το Ναυτικό. Ασφαλισμένοι πια γυρίζουμε και τραβάμε για την Τριπολιτσά». Έτσι σκέφτονται οι Τούρκοι.
Είναι Απρίλης του 1821.
Προτού ακόμα προβάλει ο  ήλιος στον ορίζοντα, φάνηκε από το καραούλι του γέρου-Κάτζου η Τουρκιά στον κάμπο. Σύγκαιρα κατεβαίνουνε πενήντα αντρειωμένοι στην είσοδο της Κλεισούρας. Πρώτος μέσα στους πρώτους ξεχωρίζει ένα παλληκάρι, που το λένε Γιάννο. Ταμπουρώνονται στο στενό και περιμένουνε τον Τούρκο.
Η μπροστοφυλακή-τρακόσοι καβαλάρηδες-πιλαλούνε τον κάμπο. Οι χαίτες των αλόγων ανεμίζουν. Λάμπουνε στον ήλιο τα σπαθιά. Και τα θηκάρια βροντούνε στα καπούλια των αλόγων. Στο πέρασμα τους τα άλογα οργώνουνε τον τόπο κι ο ποδοβολητός τρέχει γοργόφτερος μπροστά. Σαπουνάδα έχει γενεί ο ιδρώτας στους λαιμούς των αλόγων.
Ξάφνου σηκώνετε ένα σπαθί. Αστραπή οι καβαλάρηδες  ανασηκώνονται και τινάζουνε πίσω το βάρος τους. Πήρανε διαταγή να σταματήσουν. Τα άλογα όμως έχουνε φρενιάσει. Αφρό βγάνουν από το στόμα. Φυσομανούνε και τα ρουθούνια τους πετούνε φωτιά. Χτυπούνε τη γης με τα νύχια τους κι έρχονται γύρω βόλτες. Ορθοστατίζουνε στα πισινά τους και τότε οι καβαλάρηδες ρίχνουνε μπρός το σώμα τους κι ακουμπούνε τα στήθια τους στις χαίτες. Δεν ξεχωρίζεις ποιο είναι το άλογο και ποιος ο καβαλάρης. Θαρρείς, πως ξαναζωντανεύουνε Κένταυροι. Μερικά δαγκώνουνε το υποχάλινο και ρίχνονται μπρός. Αλλά οι καβαλάρηδες τραβούνε με όλη τους τη δύναμη τα λουριά. Και τότε τα βλέπεις τα άλογα να πισωβαδίζουν, ώσπου να έρθουνε στην ορισμένη γραμμή.
Πιο μπρός, αν προχωρήσουν είναι εντός βολής. Τους φτάνουνε οι τουφεκιές από την Κλεισούρα. Βόλια πέσανε κιόλας μπροστά στα πόδια των αλόγων. Βροντάει το καριοφύλι.
Έρχεται και το πεζικό. Να το, φαίνεται μακριά. Αυτούς καρτερούν οι καβαλάρηδες. Είναι τρείς χιλιάδες το πεζικό. Μπροστά σε τόσο στρατό τι θα κάμουνε μια φούχτα Γκιαούρηδες! Θα κατεβούνε το δίχως άλλο από την Κλεισούρα, να τους καλωσορίσουνε τους Τούρκους.
Έτσι σκέφτεται ο Πασάς και περιμένει. Αλλά τα παλληκάρια κρατούνε τις θέσεις τους κι οι δημογέροντες δεν τόχουνε στο νου τους αυτό που περιμένει ο Τούρκος.
Στέλνει τότε κι αυτός τους υπασπιστές του, να τους το παραγγείλει και να τους καλέσει.
«Ναρθούνε  να προσκυνήσουνε και να ακούσουνε τις προσταγές μου». Έτσι παράγγειλε.
Μόλις όμως πλησιάσανε οι σταλμένοι στην είσοδο: «Στον τόπο!» τους διέταξε ο Γιάννος και τους ρώτησε κιόλας, τι θέλουνε.
-«Μας έστειλε ο Πασάς, να πούμε στους δημογέροντες…..»
-«Μην προχωράτε βήμα! Γυρίστε πίσω από αυτού και πέστε του Πασά σας, πως στην Κλεισούρα δεν παίρνουμε προσταγές. Εδώ το τρώμε το μπαρούτι με τη φούχτα!»
-«Και ποιος είσαι συ, που λες τόσο μεγάλο λόγο;»
-Έλληνας είμαι κι από τους χειρότερους. Είμαι ο Γιάννος!»
Είχανε παλιούς λογαριασμούς μαζί του οι Τούρκοι.
«Άιντε μωρέ Γκιαούρη κι αυτή τη φορά δε θα μας γλυτώσεις!»
-«Δείξτε μας γρήγορα γρήγορα τις πλάτες σας ,να μη σας στολίσουμε τα στήθια με μπαλαμάρδες!»
Φρένιασε ο Πασάς, για την αγέρωχη στάση του Γιάννου και διέταξε γενική έφοδο.
Σαν λιοντάρια χυθήκανε να πιάσουν το στενό. Αλλά τα καριοφίλια τους ξαπλώσανε στη γης, όπως το δρεπάνι τα στάχια. Τα κουφάρια των σκοτωμένων σωριάζονται κι εμποδίζουνε τους ζωντανούς να προχωρούν.
Ο Πασάς δεν πάντεχε να του αντισταθούν. Γι αυτό έχει αφρίσει και θέλει όπως όπως να τηνε τσακίσει την αντίσταση. Δέκα φορές μέσα στην ίδια μέρα χυμούν οι Τούρκοι. Και δέκα φορές πισωδρομούνε,σα να χτυπάει το μετωπό τους σε τοίχο.
Τέλος απελπίζετε ο Πασάς και στέλνει να του έρθουνε κι άλλοι από το κάστρο.
Άμα φτάσουν αυτοί, ο Πασάς θα αλλάξει τακτική ,θα πολιορκήσει την Κλεισούρα.
Αλλά του ήρθανε μαύρα «χαμπέρια» από το κάστρο.
Από τα πέρα τα βουνά ξεσηκώθηκαν οι ραγιάδες και κατεβαίνουν να τον ζώσουν.
Αναγκάζετε τότε, να αφήσει την Κλεισούρα και να τρέξει κατά κει.
Η Κλεισούρα ανάσανε. Ο Γιάννος τώρα με τα παλληκάρια αφήσανε το χωριό και τρέξαν από κοντινό δρόμο να βοηθήσουνε τα αδέρφια τους, που είχανε κατεβεί με τον καπετάν Αγγελή στον κάμπο.
Η επανάσταση του ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ βάσταξε δέκα χρόνια. Πολεμήσανε στα Βρυσάκια. Χτυπήσανε τον Τούρκο στον Ανηφωρίτη με τον Γκριζώτη, στο Μαραθώνα με τον Γκούρα, στην Κάρυστο με τον Φαβιέρο.
Οι πιο πολλοί σκοτωθήκανε στις μάχες. Κι ο Γιάννος ο ίδιος λαβώθηκε πολλές βολές βαριά, αλλά γλίτωσε κι είδε στο τέλος αυτό που ποθούσαν οι Έλληνες: Πατρίδα ελεύθερη.
Το Γενάρη του 1828 ο Ιωάννης Καποδίστριας πατούσε το πόδι του στο ελεύθερο χώμα της Πατρίδας! Ήρθε στο Ναύπλιο Κυβερνήτης της Ελλάδας.

Γ. ΝΤΕΓΙΑΝΝΗΣ 1939 ΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΛΟΓΓΟΥΣ

*Κλεισούρα αποκαλεί ο Γεώργιος Ντεγιάννης την Άνω Στενή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δίρφυς. «Η ναζού κόρη».

H Δίρφη (ή Δίρφυς) είναι το ψηλότερο βουνό της Εύβοιας. Η κορυφή της Δίρφης, υψώνεται στα 1.743 μέτρα. Από τα 1.200 περίπου μέτρα και πά...